Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Πάολο Κοέλο, ο Αλχημιστής,
μου ξαναήλθαν πάλι στο μυαλό οι σκέψεις που είχα κάνει εκείνη την εποχή που το πρωτοδιάβασα. (γύρω στο 1996) Βέβαια τότε η Ελλάδα ήταν σε μια άλλη κοινωνική - πολιτική διάσταση. Ετοιμαζόταν να μπει στην νομισματική ένωση, έθετε αίτημα ανάληψης των ολυμπιακών αγώνων, βάδιζε προς τον εκσυγχρονισμό… Όλο το σύμπαν τότε, όπως θα έλεγε και ο Κοέλο, συνωμοτούσε για να πραγματοποιήσει η χώρα το όνειρο της. Να εκσυγχρονιστεί, να εξευρωπαϊστεί, να περάσει σε μια άλλη τροχιά ανάπτυξης, όπως αρκετοί τότε οραματίζονταν.
Οι κοινωνικές αντιλήψεις πέρναγαν και αυτές σε άλλες «ιδεολογικές» αρχές. Ευρωπαϊκές «επενδύσεις» σε χρηματιστηριακά προϊόντα, δανεισμός με χαμηλά επιτόκια, πλαστικό χρήμα, κατανάλωση πέρα από το εισαχθέν «συνάλλαγμα» εντός της οικογένειας. Η αισιοδοξία, ξεπερνούσε όπως πάντα τη πραγματικότητα. Ήταν μια εποχή που όπως θα έλεγε ο Πάολο Κοέλο «…που όλοι προσπαθούσαν να σου υποδείξουν πώς πρέπει να ζεις, χωρίς όμως να έχουν ιδέα πώς έπρεπε να είναι η δική τους ζωή.» Μάλιστα το σύνδρομο της «δανειακής διευκόλυνσης» παρέμεινε τόσο ισχυρό, που ακόμα και σήμερα εξαγγέλλεται ως πολιτική επιτυχία, η δυνατότητα να ξαναβγεί και πάλι η χώρα στις «αγορές» και να δανειστεί εκ νέου.
Φοβούμενος τότε μη με πουν «οπισθοδρομικό» δε τόλμησα να ξεστομίσω τη σκέψη του Κοέλο που καταγράφεται στον «αλχημιστή». Αυτό είναι άραγε το πεπρωμένο μας; Να δανειζόμαστε, να βγαίνουμε στις αγορές, να καταναλώνουμε περισσότερα από αυτά που παράγουμε;
Μήπως τελικά κάποια στιγμή απορροφημένοι από το όνειρο της χλιδής, ξεχάσουμε και να παράγουμε;
Σε κάποιο σημείο του βιβλίου όπου ο Σαντιάγκο συνομιλεί με ένα γέροντα, ο γέροντας παίρνοντας μια έκφραση απογοήτευσης όταν
συμβουλεύει το κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος, του λέει: «Αν αρχίζεις να τάζεις κάτι που δεν το έχεις ακόμα αποκτήσει, θα χάσεις την επιθυμία σου να αγωνιστείς για να το κερδίσεις».
Που να τολμήσω εκείνη τη εποχή των ισχνών αγελάδων να ξεστομίσω τέτοια πράγματα. Εκτός από οπισθοδρομικό, ίσως μου κόλλαγαν και τη ρετσινιά του σπαγκοραμμένου.
Αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων να προσαρμοστώ στις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, ακολουθώντας πάλι μια σκέψη του Πάολο Κοέλο: «Μήπως είμαι όπως όλοι οι άλλοι; Βλέπω τον κόσμο όπως θα ήθελα να είναι και όχι όπως πραγματικά είναι.»
Τα χρόνια που ακολούθησαν έδιωξα τελείως από τη σκέψη μου, αυτό που κάνουν πάντα οι αλχημιστές. Δηλαδή να διδάσκουν «…πώς όταν προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι, όλα γύρω μας γίνονται καλύτερα.» Σήμερα που η χώρα έχει περάσει στην απογοήτευση και την αβεβαιότητα, σκέφτομαι… Μήπως τελικά η σιωπή μας ήταν μια «διδασκαλία» από την άλλη πλευρά; Την άσχημη πλευρά. Μήπως «διδάσκαμε» μένοντας σιωπηλοί, πώς να γίνουμε χειρότεροι και τελικά όλα γύρω μας έγιναν χειρότερα; Και όταν έρχεται η ώρα να γλυτώσω από τις τύψεις μου, αναζητώντας ένα άλλοθι για όσα δεν έπραξα, λέγοντας στον εαυτό μου: τι μπορούσα άραγε εγώ ο μικρός να κάνω για όλα αυτά, ο Πάολο Κοέλο με χτυπά και πάλι αλύπητα. «Κάθε άνθρωπος πάνω στη γη, όποιο και αν είναι το επάγγελμα του, παίζει ένα κεντρικό ρόλο στην ιστορία του κόσμου.»
Το παραπάνω άλλοθι μου εξαφανίζεται μεμιάς και τίποτα δε μπορεί να με γλυτώσει από τα λάθη του παρελθόντος, που στροβιλίζουν ως ερινύες μέσα μου. Τότε όλα ξανάρχονται και πάλι στη σκέψη μου. Η σιωπή μου, η αποδοχή μου, η αδιαφορία μου. Αν και χαμένος, ο αλχημιστής παρόλα αυτά δεν με εγκαταλείπει. Εμφανίζεται και πάλι μπροστά μου και μου θυμίζει ότι και ο Σαντιάγκο βρέθηκε και αυτός στη θέση μου, όταν βρέθηκε στην έρημη πλατεία. Ένιωσε λιγότερο απελπισμένος, όταν είπε με δύναμη στον εαυτό του «…ότι δε βρισκόταν σε μια ξένη χώρα, αλλά σε μια καινούργια χώρα.»
Μήπως και εμείς για να ξεφύγουμε από την έρημη πλατεία, πρέπει να σκεφθούμε μια καινούργια χώρα;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου