
Εξ αφορμής κάποιων πολύ πρόχειρων δικαστικών Αποφάσεων που δεν τιμούν την Ελληνική Δικαιοσύνη, καθώς απορρίπτουν με πολύ ευκολία τις εκδικαζόμενες αιτήσεις των υπερχρεωμένων δανειοληπτών που κατατέθηκαν σύμφωνα με το Ν. 3869/2010, θα αναφερθώ με το παρόν άρθρο μου σε ορισμένα βασικά σημεία της σχετικής αιτιολογικής έκθεσης του ως άνω Νόμου, που δυστυχώς αγνοούνται σε αρκετές απορριπτικές δικαστικές Αποφάσεις. Πιστεύω ότι η παράλειψη τους είναι αποτέλεσμα μη ορθής κατανόησης βασικών αρχών του εφαρμοστέου Νόμου και όχι αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών που υποκινούνται από σκοτεινά δίκτυα. Το μεγαλύτερο μέρος της ελλήνων δικαστών επιτελεί με αυταπάρνηση το καθήκον του. Η ελληνική δικαιοσύνη συνιστά το θεσμικό θεμέλιο προάσπισης των δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου, αλλά και τον πυλώνα της δημοκρατίας μας. Αυτό είναι μια πραγματικότητα και δεν αλλάζει.
Βασική αρχή στην
ερμηνεία και κατά επέκταση στην εφαρμογή του κάθε Νόμου, αποτελεί το καθήκον
του εφαρμοστή του Δικαίου, ήτοι του εκάστοτε δικαστή, να εξατομικεύει τη κάθε
περίπτωση και να εφαρμόζει το Νόμο, εκπληρώνοντας τη βούληση του Νομοθέτη. Η
βούληση του Νομοθέτη ανταποκρίνεται ή πρέπει να ανταποκρίνεται, στην εκάστοτε
κοινωνική ανάγκη που χρήζει πολιτειακής αντιμετώπισης και για το λόγο αυτό θεσμοθετείται. Με λίγα λόγια η Πολιτειακή
εξουσία διαπιστώνει το κοινωνικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί, αναγνωρίζει
την ανάγκη επίλυσης αυτού κοινωνικού προβλήματος και νομοθετεί για να
διαμορφώσει στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου τη θεσμική αντιμετώπισή του.
Κάθε νόμος που ψηφίζεται
στη Βουλή, συνοδεύεται από μια αιτιολογική έκθεση που αποτελεί την Πολιτειακή
διαπίστωση της αναγκαιότητας της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης και δίνει τις
κατευθύνσεις στον εφαρμοστή του δικαίου τις οποίες και πρέπει να λάβει σοβαρά
υπόψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο εκάστοτε δικαστής δεν αρκεί
να ερμηνεύσει το Νόμο και να τον εφαρμόσει με βάση μόνο την γραμματική ερμηνεία
των σχετικών άρθρων, αλλά και την πλήρη κατανόηση της αιτιολογικής έκθεσης που
τον συνοδεύει, διότι εκεί βρίσκεται αφενός η βούληση του νομοθέτη, αλλά και
αφετέρου ο πυρήνας του κοινωνικού προβλήματος που ρυθμίζεται με τη θεσμική
παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας.
Στην αιτιολογική έκθεση
που αφορούσε το σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών
προσώπων (Ν.3869/2010), αναφέρονται συγκεκριμένες κατευθύνσεις τις οποίες ο
εκάστοτε εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του, όχι μόνο για
να αποδώσει δικαιοσύνη στην υπό κρίση περίπτωση, αλλά και ως θεσμικός παράγων
να συμβάλει στην επίλυση του κοινωνικού προβλήματος που ρυθμίστηκε νομοθετικά.
Η εν λόγω αιτιολογική έκθεση αναφέρει ενδεικτικά τα ακόλουθα, τα οποία
σηματοδοτούν συγκεκριμένες κατευθύνσεις για τον εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου,
τις οποίες ο τελευταίος δεν μπορεί να αγνοήσει.
1ον
: «Η εισοδηµατική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της
καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς
προγραµµατισµοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας
κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής
υποστήριξης των καταναλωτών σε θέµατα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην
αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν
τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές
συνέπειές της».
Η ως άνω αναφορά
επιχειρεί εκτός από το γεγονός της καταγραφής της αναγκαιότητας του σχετικού
Νόμου, να καταδείξει ότι ο εκάστοτε δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την
έκδοση της δικανικής του κρίσης και άλλα στοιχεία. Στοιχεία που έχουν να κάνουν
με μια γενικότερη θεώρηση του εν λόγω κοινωνικού προβλήματος, τα οποία και
πρέπει να εξειδικεύονται στην υπό εξέταση περίπτωση.
Α. Τα υψηλά επιτόκια
και οι επιθετικές πρακτικές προώθησης
των πιστώσεων που ακολούθησαν οι ελληνικές τράπεζες και οδήγησαν σε
υπερχρέωση ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών, δεν μπορούν να αγνοηθούν στην
εκδίκαση της εκάστοτε αίτησης.
Επιπλέον η έννοια
του δόλου στα πλαίσια μιας πιο ακριβοδίκαιης ερμηνείας του συγκεκριμένου νόμου,
δεν πρέπει να περιορίζεται μονομερώς στον δανειολήπτη, αλλά και να περιλαμβάνει
και το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε το σχετικό δάνειο. Συνεπώς ο δικαστής υποχρεούται να εξετάσει και τη συμπεριφορά του
εκάστοτε πιστωτικού ιδρύματος για να διαπιστώσει στο κατά πόσο συνέβαλλε με τη
συμπεριφορά του στην υπερχρέωση του δανειολήπτη. Δεν είναι λίγες οι
περιπτώσεις όπου αρκετοί δανειολήπτες αύξησαν υπέρμετρα τα δάνεια τους, καθώς
αυτά τους χορηγήθηκαν σε ελβετικό φράγκο ή στην προσπάθεια τους να αποπληρώσουν
τις οφειλές τους οδηγήθηκαν σε επιπλέον δανεισμό, συνάπτοντας νέες δανειακές
συμβάσεις με υψηλά επιτόκια.
Όλα τα παραπάνω
δεν μπορούν να αγνοηθούν και οι δικαστές δεν μπορούν να περιορίζονται μονομερώς
σε μια λογική που αναζητά τη δολιότητα δανεισμού μόνο στη μεριά του
δανειολήπτη, παραβλέποντας το γεγονός ότι και η εκάστοτε τράπεζα ενήργησε με
τρόπο δόλιο, αυξάνοντας υπέρμετρα τις δανειακές υποχρεώσεις του πελάτη της, για
να αποκομίσει κέρδη από αυτή τη συμπεριφορά που αποτελεί και την κύρια λειτουργία της. Θα είναι πράγματι
παράδοξο να δεχθούμε ότι μια τράπεζα υπέπεσε δήθεν «θύμα» δόλιων συμπεριφορών
και ξεγελάστηκε από έναν δανειολήπτη, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι κάθε πιστωτικό
ίδρυμα διαθέτει ένα τεράστιο επιτελείο συνεργατών και υπαλλήλων, το οποίο είναι
σε θέση να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το δανειακό άνοιγμα του πελάτη της και
μάλιστα σε όλες τις τράπεζες.
Β. Απρόβλεπτα γεγονότα
στη ζωή των δανειοληπτών, αλλά και η απουσία
θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέµατα υπερχρέωσης
δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά τη συζήτηση της εκάστοτε αιτήσεως που έχει
υποβάλλει ο δανειολήπτης στο αρμόδιο δικαστήριο.
Η σχετική αναφορά
δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός της απρόβλεπτης μεταβολής των οικονομικών
συνθηκών που διέλυσε οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά προκρίνει και ένα
επιπλέον στοιχείο που πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του ο εφαρμοστής του δικαίου
σε όλες τις κρινόμενες περιπτώσεις. Το κράτος παραδέχεται την αδυναμία του σε
ότι αφορά την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των δανειοληπτών.
Συνεπώς η υπερχρέωση του δανειολήπτη δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει
επιβαρυντική περίπτωση και να οδηγεί αβίαστα στην απόρριψη της υποβληθείσας
αίτησης. Είναι σαφές ότι η αιτιολογική έκθεση παραδέχεται ότι εξαιτίας απουσίας
θεσμών, οι τράπεζες λειτούργησαν ανενόχλητα και υπερχρέωσαν τα νοικοκυριά.
2ον : «Σηµαντικό µέρος των
πολιτών έχει οδηγηθεί σήµερα στη περιθωριοποίηση, καθώς, µη διαθέτοντας σοβαρή
αγοραστική δύναµη και δυνατότητα απεγκλωβισµού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε
θέση να σχεδιάσει τη συµµετοχή του στην οικονοµική και κοινωνική ζωή…. Κανείς δεν µπορεί πια να αγνοεί την αδήριτη ανάγκη να δοθεί η
πραγµατική δυνατότητα στους υπερχρεωµένους καταναλωτές και επαγγελµατίες να
πραγµατοποιήσουν πλέον ένα νέο οικονοµικό ξεκίνηµα στη ζωή τους».
Με την παραπάνω αναφορά
η αιτιολογική έκθεση δίνει προς τον εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου, δύο
επιπλέον σαφείς κατευθύνσεις που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αγνοήσει:
Α. Ο δικαστής πρέπει να
λάβει σοβαρά υπόψη του ότι με τη ρύθμιση των οφειλών του δανειολήπτη που θα
συμπεριλάβει στην δικαστική Απόφαση που θα εκδώσει, δίνει τη δυνατότητα στον
οφειλέτη να μην οδηγηθεί στην περιθωριοποίηση, καθώς τυχόν απόρριψη της αίτησης
του θα οδηγήσει σε βίαιη ρευστοποίηση της περιουσίας του, συνεπώς και σε πλήρη
κοινωνική απομόνωσή του. Οφείλει λοιπόν κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, όχι
μόνο να εξετάσει την εισοδηματική του κατάσταση, αλλά και τη δυνατότητα
αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Η μεταβολή στο εισόδημα δεν πρέπει
να αποτελεί το μόνο κριτήριο για την ευδοκίμηση ή μη της αίτησης, αλλά θα
πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η δυνατότητα αποπληρωμής, καθώς η αιτιολογική
έκθεση αναφέρει ρητά: «Κανείς δεν µπορεί πια να αγνοεί την
αδήριτη ανάγκη να δοθεί η πραγµατική δυνατότητα στους υπερχρεωµένους
καταναλωτές και επαγγελµατίες να πραγµατοποιήσουν πλέον ένα νέο οικονοµικό
ξεκίνηµα στη ζωή τους». Αυτό
δεν μπορεί να γίνει προφανώς, όταν απορρίπτονται οι αιτήσεις μόνο και μόνο από
το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει τόσο σοβαρή μείωση του οικογενειακού και
προσωπικού εισοδήματος, αγνοώντας παντελώς τη δυνατότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει
σε περίπτωση απόρριψης της αίτησής του τα δάνεια του. Εάν τα δάνεια επανέλθουν
μετά την απόρριψη της αιτήσεως του δανειολήπτη, η τοκοφορία τους θα έχει
καταστεί τόσο ασύμφορη, που ο δανειολήπτης θα βρίσκεται σε απόλυτα δυσχερή θέση
για να τα ξεπληρώσει. Με τον τρόπο όμως αυτό αποτρέπεται ένα νέο ξεκίνημα για
τους υπερχρεωµένους καταναλωτές και επαγγελµατίες, με αποτέλεσμα να οδηγούνται
στη περιθωριοποίηση τους, ενώ η δυνατότητα απεγκλωβισµού από την
υπερχρέωση ματαιώνεται με πολλαπλές κοινωνικές συνέπειες. Για αυτό το λόγο
και σωστά, ο Νόμος προβλέπει ότι η υπαγωγή στη σχετική ρύθμιση μπορεί να γίνει
μόνο μια φορά, αναγνωρίζοντας ότι η διαμορφούμενη δυσμενής οικονομική κατάσταση
επιτρέπει μια πιο επιεική μεταχείριση του δανειολήπτη.
Β. Η υπαγωγή του
εκάστοτε αιτούντος στη δικαστική ρύθμιση που περιλαμβάνει η εκδιδόμενη
δικαστική ρύθμιση, επιτελεί τρείς κύριες λειτουργίες:
1ον : Ο δανειολήπτης σώζει τη κύρια κατοικία του,
άρα αποτρέπονται αρνητικά κοινωνικά φαινόμενα που προφανώς θα γεννηθούν σε
περίπτωση απώλειας της οικογενειακής στέγης υπό τα πλαίσια δημόσιου
αναγκαστικού πλειστηριασμού. Ταυτόχρονα επιτυγχάνεται και η προστασία της
οικογένειας, κάτι που αποτελεί σαφή συνταγματική επιταγή.
2ον : Ο δανειολήπτης προστατεύει το εισόδημά του, καθώς η
δικαστική ρύθμιση πρέπει να προσαρμόσει
τη δανειακή εξυπηρέτηση με έναν αξιοπρεπή βιοπορισμό του οφειλέτη. Με
τον τρόπο αυτό πραγματώνεται η βασική αρχή και κορυφαία συνταγματική επιταγή
που έχει να κάνει με την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας να μεριμνά για την
προστασία της αξιοπρέπειας, όχι μόνο των Ελλήνων πολιτών, αλλά κάθε ανθρώπου
που ζει στα όρια της Ελληνικής επικράτειας. «Ο
σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου,
αποτελούν την πρωταρχική
υποχρέωση της Πολιτείας» άρθρο 2 παρ. 1 του ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.
3ον: Η ευδοκίμηση της αιτήσεως του δανειολήπτη
εκφεύγει εκ των θετικών αποτελεσμάτων μόνο προς αυτόν και υπεισέρχεται και στο
σύνολο της οικονομίας. Η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης που θα επιτευχθεί
με την δικαστική ρύθμιση των οφειλών, συνιστά βασικό οικονομικό στοιχείο
ανάσχεσης της ύφεσης και συνεπώς επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Προστατεύεται
με τον τρόπο αυτό και ο ίδιος ο αντίδικος, δηλαδή τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς
τυχόν περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομίας καθιστά ευάλωτη και τη λειτουργία των
ίδιων των τραπεζών στη χώρα μας. Για το λόγο αυτό άλλωστε οι ελληνικές τράπεζες
ανά – κεφαλαιοποιήθηκαν, αλλά και για το λόγο αυτό η επίκληση του ως άνω
γεγονότος από τον αιτούντα δεν μπορεί να αγνοηθεί από το δικαστή, καθώς σε
διαφορετική περίπτωση η δικανική κρίση εκφεύγει των ορίων της δίκαιης δίκης,
καθώς παραβλέπει ένα κύριο σημείο που έχει να κάνει με την σημαντική
αποκατάσταση της ζημίας των πιστωτικών ιδρυμάτων λόγω των κόκκινων δανείων. Η
ως άνω ζημία των τραπεζών, για την οποία και φέρουν και μεγάλη ευθύνη τα ίδια
τα πιστωτικά ιδρύματα, και αποκαταστάθηκε για αυτές σε ένα μεγάλο μέρος με την
ανακεφαλαιοποίηση τους, αλλά και θα αποκατασταθεί με την ευδοκίμηση της αίτησης,
καθώς ο δανειολήπτης δεν απαλλάσσεται των οφειλών του, αλλά καλείται να
καταβάλλει ένα σημαντικό μέρος αυτών. Το ως άνω γεγονός δεν μπορεί να
παραβλεφθεί από το δικαστή, καθώς το διάδικο πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση
απόρριψης της αιτήσεως του δανειολήπτη ωφελείται διπλά. Και ανακεφαλαιοποιήθηκε
για τις ζημίες του και έχει επιπλέον και απαίτηση στο σύνολο των πιστώσεων που
είχε χορηγήσει στον αιτούντα - δανειολήπτη.
Τέλος, δεν πρέπει να
ξεχνάμε ότι ο εφαρμοστής του δικαίου, ως κοινωνός, αλλά και ως γνώστης μιας
γενικότερης κοινωνικοικονομικής θεώρησης, δεν μπορεί να αγνοεί την ευθύνη του
ελληνικού τραπεζικού συστήματος στην υπάρχουσα βαθιά οικονομική κρίση που
βιώνει η χώρα μας, δικαιώνοντας στην ουσία τις τράπεζες και παρέχοντας τους το
δικαίωμα να κερδίσουν υπέρμετρα απορρίπτοντας αφειδώς τις υπό κρίση αιτήσεις. Η
υπαγωγή της συγκεκριμένης διαδικασίας στην εκούσια δικαιοδοσία για την οποία ως
γνωστόν ισχύει το ανακριτικό σύστημα, υποχρεώνει το δικαστή να εξετάσει, αλλά
και να «ανακαλύψει» κάθε κρίσιμο στοιχείο που θα τον οδηγήσει σε μια δίκαιη
κρίση.
ΣΤΑΘΗΣ Δ. ΠΑΝΤΑΖΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ –
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ / ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ
Τηλ: 210 3389738 – 739 ΚΙΝ.6977 451429
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου