ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ
ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε.
Επειδή έχουν ακουστεί τόσα και
τόσα περί αποβολής μας από την Ε.Ε. σε περίπτωση που δεν τηρήσουμε τις
μνημονιακές μας υποχρεώσεις, καλό θα είναι να ανατρέξουμε σε ορισμένες
διατάξεις που καθορίζουν στα πλαίσια των συνθηκών που υπογράφουν τα κράτη –
μέλη την νομική διαδικασία αποχώρησης και όχι σε όσα ακούγονται προς εξυπηρέτηση
πολιτικών εκβιασμών.
Το ενδεχόμενο αποχώρησης ή αποβολής ενός κράτους -
μέλους από την Ευρωζώνη σύμφωνα με μελέτη που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα υπάγεται σε νομικές διαδικασίες και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά
απόφαση που λαμβάνεται με βάση την
εξυπηρέτηση ή μη των δανειακών υποχρεώσεων μιας χώρας.
Αφορμή για τη σχετική μελέτη δεν αποτέλεσε το πρόσφατο «σήριαλ» περί
κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας, αλλά η υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισσβόνας
από τα 27 κράτη-μέλη, καθώς σε αυτή περιγράφεται, για πρώτη φορά, η δυνατότητα
αποχώρησης ενός κράτους μέλους από την Ε.Ε. Πρόκειται για το άρθρο 50 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της
Ε.Ε., όπου προβλέπεται ότι «κάθε κράτος - μέλος μπορεί να αποφασίσει να
αποχωρήσει από την Ένωση, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες».
Μόνο μέσω συμφωνίας
Πριν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας η αποχώρηση ήταν δυνατή μόνο μέσω
συμφωνίας που θα ενέκριναν όλα τα κράτη-μέλη. Μοναδική φορά που το θέμα έχει
ανακύψει ήταν η περίπτωση του δημοψηφίσματος στη Βρετανία το 1975, όταν η
κυβέρνηση των Εργατικών ζήτησε από τους Βρετανούς πολίτες να εγκρίνουν την
παραμονή της χώρας στην τότε ΕΟΚ (η Βρετανία είχε ενταχθεί το 1973, υπό
κυβέρνηση Συντηρητικών). Οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ της παραμονής και έκτοτε το
πρόβλημα δεν είχε ανακύψει ξανά.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας όχι μόνο αναφέρεται στο ενδεχόμενο αποχώρησης, αλλά
περιγράφει και τη διαδικασία. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράγραφος
μετά την περιγραφή της διαδικασίας αποχώρησης ενός κράτους - μέλους όπου
αναφέρεται ότι «οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία
έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή ελλείψει τέτοιας συμφωνίας δύο έτη
μετά τη γνωστοποίηση που μνημονεύεται στην παράγραφο 2». Από τη σχετική
διατύπωση συνάγεται ότι η αποχώρηση από την Ε.Ε. δεν προϋποθέτει καν τη σύμφωνη
γνώμη των υπολοίπων μελών. Δύο χρόνια μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης για
αποχώρηση, το κράτος παύει να είναι μέλος της Ε.Ε.
Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης
Σε όλα τα παραπάνω γίνεται λόγος για τη συμμετοχή συνολικά στην Ε.Ε. και
όχι συγκεκριμένα στην τελική φάση της ΟΝΕ (Ευρωζώνη). Στη Συνθήκη της Λισαβόνας
δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη για το τελευταίο. Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη της
ΕΚΤ «ο μόνος τρόπος για να αποχωρήσει ένα κράτος από την ΟΝΕ είναι να
αποχωρήσει από την Ε.Ε.». Η Ελλάδα, δηλαδή, για να πάψει να είναι μέλος της Ευρωζώνης θα πρέπει να επιλέξει να αποχωρήσει από
την Ε.Ε. (δεν μπορεί να επιλέξει να αποχωρήσει μόνο από την Ευρωζώνη).
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι ακόμα και αν ένα κράτος - μέλος εγκαταλείψει την Ευρωζώνη και την Ε.Ε., μπορεί να συνεχίσει
να χρησιμοποιεί το ευρώ, ακριβώς όπως πράττουν διάφορα κράτη που δεν είναι μέλη
της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Βατικανό, κ.ά.). Επισήμως τα
κοινοτικά όργανα αποθαρρύνουν μια τέτοια πρακτική, αλλά δεν μπορούν να την απαγορεύσουν
σε ένα ανεξάρτητο κράτος να αγοράζει ευρώ από την αγορά και να τα αποδέχεται
είτε ως εναλλακτικό, είτε και ως βασικό μέσο συναλλαγών στην οικονομία του.
Τι προβλέπει η Συνθήκη
Η Συνθήκη της Λισαβόνας περιγράφει
με λεπτομέρειες τη διαδικασία αποχώρησης από την ΕΕ: «Το κράτος - μέλος που αποφασίζει
να αποχωρήσει γνωστοποιεί την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Υπό το
πρίσμα των προσανατολισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Ένωση προβαίνει σε
διαπραγματεύσεις και συνάπτει με το εν λόγω κράτος συμφωνία που καθορίζει τις
λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο των
μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση. Η διαπραγμάτευση της συμφωνίας αυτής
γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία
της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμφωνία συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης από το
Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, μετά από την έγκριση του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου».
Κυριαρχικό δικαίωμα η αποχώρηση ή
μη ενός κράτους από την Ε.Ε.
Από τη μελέτη προκύπτει σαφέστατα ότι πουθενά στις Συνθήκες δεν προβλέπεται
δυνατότητα αποπομπής κράτους-μέλους, αλλά και ότι η μελλοντική υιοθέτηση μιας
τέτοιας πρακτικής θα ήταν παράλογη νομικά. Θεωρητικά, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα
μπορούσαν να αξιοποιήσουν το άρθρο της Συνθήκης περί ενισχυμένης συνεργασίας
ομάδας κρατών-μελών (άρθρο 20) ή ακόμα και να δημιουργήσουν μία «νέα Ε.Ε.»,
αφήνοντας εκτός μόνο το κράτος που θέλουν να εγκαταλείψουν.
Πρόκειται όμως για δύο ακραίες και πρακτικά μάλλον ανεφάρμοστες λύσεις. «Θα
ήταν σαφώς ευκολότερο να πειστεί ένα κράτος-μέλος να αποχωρήσει, αξιοποιώντας
τη ρήτρα εξόδου», παρά οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες να εισέλθουν σε τέτοιες
διαδικασίες. Σε ότι αφορά την Ελλάδα ακόμα και αν βρεθεί προ του φάσματος της
χρεοκοπίας οι εταίροι της δεν μπορούν να την αποπέμψουν.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας μπορεί να
ξεκαθαρίζει ότι τα κοινοτικά όργανα και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις δεν έχουν τη
δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν το δημόσιο χρέος ενός κράτους-μέλους (άρθρο 125),
αλλά σε άλλο σημείο (άρθρο 123) παραθέτει τις προϋποθέσεις για να επιτραπεί η
«σωτηρία» του. «Όταν ένα κράτος-μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει
μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές
καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το
Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους,
χρηματοδοτική ενίσχυση της ΕΕ».
Οι όροι αυτοί όμως σε καμιά
περίπτωση δεν μπορεί να μην συνάδουν με το βασικό σκοπό των σχετικών διατάξεων.
Η χώρα πρέπει να σωθεί όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για τη σωτηρία της
Ε.Ε. Δεν υπαγορεύονται μόνο με γνώμονα την αλληλεγγύη, αλλά κυρίως για την
προάσπιση των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων της Ευρώπης.
ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου