Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα ξεκίνησε
στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επί υπουργίας του Στέφανου Μάνου, όταν η
Ελλάδα προσαρμοζόταν υπό πίεση και τότε, στις νέες κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες
που είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται στην Ευρώπη από τη δεκαετία του ‘80. Οι
τότε κοινωνικο - πολιτικές πραγματικότητες υπαγορεύονταν από την επικράτηση
ενός άκρατου φιλελευθερισμού που εξέφραζε κυρίως η πολιτική της Θάτσερ και
είχαν ως κύριο στόχο την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, χρησιμοποιώντας ως
κύρια επιχειρήματα την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.
Όταν γίνεται λόγος περί ιδιωτικοποιήσεων δεν μπορεί ποτέ να αγνοηθεί το
αγαθό που ιδιωτικοποιείται, ο τρόπος εκτέλεσης της ιδιωτικοποίησης, οι
επικρατούσες οικονομικές συνθήκες για την εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος
και φυσικά η εθνική ασφάλεια της χώρας.
Ας γίνω πιο σαφής:
Ποιο αγαθό ιδιωτικοποιείται;
Άλλο πράγμα είναι να ιδιωτικοποιείς το νερό και άλλο τη κινητή τηλεφωνία.
Άλλο πράγμα είναι να παραχωρείς μια παραλία σε ιδιώτη και άλλο μια μαρίνα
τουριστικών σκαφών. Άλλο πράγμα είναι να ιδιωτικοποιείς μια αεροπορική εταιρεία
και άλλο το λεωφορείο ή το πλοίο που σε πάει στο χωριό σου. Υπάρχουν αγαθά που
θεωρούνται βασικά στοιχεία εξασφάλισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και που
υποχρεωτικά ένας κράτος δικαίου και πρόνοιας πρέπει να εξασφαλίζει με το
λιγότερο δυνατό κόστος στους πολίτες του. Τα δημόσια αγαθά, αλλά και τα
κοινόχρηστα πράγματα (θάλασσες, παραλίες, δάση, δρόμοι, κλπ) δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να περιέχονται
υπό καθεστώς ιδιωτικοποίησης, γιατί σε αυτή τη περίπτωση τίθεται σε καθεστώς
διακινδύνευσης η προνοητικότητα της Πολιτείας που αποτελεί και βασική αποστολή
της.
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι στα πλαίσια αυτής της αποστολής πρέπει να
οδηγούμαστε και στις στρεβλώσεις των δημοσίων οργανισμών που έχουμε δει στη
χώρα μας τα τελευταία χρόνια (εξυπηρέτηση κομματικών στρατών, αδυναμία
εξυπηρέτησης των πολιτών, γραφειοκρατία, υπερχρέωση και ζημιές στην οικονομική
διαχείριση, ανάπτυξη
πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτικού και συνδικαλιστικού κινήματος,
κλπ). Στην περίπτωση αυτή η αποστολή των οργανισμών
του κράτους που παράγουν δημόσια αγαθά όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τον πολίτη, αλλά
τον καθιστά δέσμιο σε ένα μονοπωλιακό καθεστώς που προσβάλλει την αξιοπρέπεια
του.
Για αυτό το πολιτικό σύστημα της χώρας πρέπει αρχικά να συμφωνήσει στο
τι συνιστά δημόσιο αγαθό και για το λόγο αυτό τίθενται στην απόλυτη προστασία
της Πολιτείας, άρα δεν ιδιωτικοποιείται ή το κράτος δεν απολύει τουλάχιστον
έστω τον μερικό έλεγχό του. Στην συνέχεια να κατανοήσει ότι το κράτος δεν είναι
το «μαγαζί» του εκάστοτε κυβερνητικού σχήματος που ασκεί την εκτελεστική
εξουσία πράττοντας αυτό που επιτάσσει το κομματικό συμφέρον. Οι διοικούντες των
εκάστοτε δημοσίων οργανισμών που παράγουν αγαθά κοινής ωφέλειας, δεν μπορεί να
είναι σε καμιά περίπτωση κομματικοί υπάλληλοι και δεν μπορούν να μη λογοδοτούν
κάθε χρόνο σε εξεταστική επιτροπή της Βουλής που θα έχει συσταθεί ειδικά για το
σκοπό αυτό.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η κατάντια πολλών δημοσίων οργανισμών
ήταν αποκλειστική ευθύνη του πολιτικού συστήματος της χώρας και δεν πρέπει
επίσης ποτέ να ξεχνάμε ότι κανείς ιδιώτης – επιχειρηματίας δεν είναι υποχρεωμένος
όταν βάζει τα λεφτά του να επιδιώξει την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Κανείς ιδιώτης δεν θα ηλεκτροδοτούσε τα απόμακρα χωριά της χώρας μας, κανείς
ιδιώτης δεν θα εξασφάλιζε την τηλεπικοινωνιακή επάρκεια της χώρας, κανείς
ιδιώτης δεν θα εξασφάλιζε την ποιότητα νερού που πίνουν σήμερα οι Έλληνες
πολίτες από τις βρύσες τους. Οι σχετικές υποδομές της ΔΕΗ, του ΟΤΕ και της
ΕΥΔΑΠ δεν φτιάχτηκαν από κανένα ιδιώτη, αλλά αντίθετα πληρώθηκαν με χρήματα του
ελληνικού λαού.
Ο τρόπος εκτέλεσης της ιδιωτικοποίησης
Ο τρόπος εκτέλεσης της ιδιωτικοποίησης που επιχειρήθηκε στη χώρα μας
ήταν προκλητικός. Οι γνωρίζοντες ξέρουν πολύ καλά ότι σε καμιά άλλη χώρα του
κόσμου δεν έγινε τέτοιο πλιάτσικο της δημόσιας περιουσίας. Οι επενδυτές
κέρδισαν τεράστια ποσά χωρίς να βάλλουν έστω και ένα ευρώ, αφού βρήκαν έτοιμες
υποδομές. Ας πούμε μερικά παραδείγματα.
Οι ιδιωτικές εταιρείες τηλεφωνίας χρησιμοποίησαν τα δίκτυα του ΟΤΕ,
πληρώνοντας ένα σχετικό τίμημα, που ήταν ελάχιστο σε σχέση με την αξία των
υποδομών που χρησιμοποίησαν, τις οποίες όμως είχε πληρώσει ο ελληνικός λαός.
Πολλές μάλιστα έκλεισαν καθώς αποδείχθηκαν αφερέγγυες και μάλιστα έφαγαν και τα
λεφτά των πελατών τους, που τους εμπιστεύτηκαν. Κάποιες μάλιστα στο χώρο της
ηλεκτρικής ενέργειας έφαγαν και το σχετικό χαράτσι και σήμερα τις
υπερασπίζονται στα δικαστήρια κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
Οι ιδιωτικές εταιρείες που «ιδιωτικοποίησαν» τις εθνικές οδούς και
έστησαν διόδια παντού φτάνοντας το κόστος διοδίων Αθήνα - Κομοτηνή μιας
διαδρομής στα 114 ευρώ (το αεροπλάνο
στοιχίζει 120 ευρώ) δεν δεσμεύτηκαν σχεδόν για τίποτα. Ούτε παράδρομους
δημιούργησαν, ούτε κατέβαλλαν κάποιο κόστος για την κατασκευή των
αυτοκινητοδρόμων, ούτε έξοδα συντήρησης κατέβαλλαν, αφού όλοι βλέπουμε τις
συνθήκες που ακόμα και σήμερα επικρατούν στους ελληνικούς δρόμους. Αντίθετα σε
εποχή κρίσης αύξησαν τα διόδια που αρκετές διαδρομές ξεπέρασαν το 50%.
Συνεπώς οι μαινόμενοι νεοφιλελεύθεροι που ωρύονται στις τηλεοράσεις περί
αναγκαιότητας των ιδιωτικοποιήσεων, θα πρέπει κάποια στιγμή να μας πουν τι
κέρδισαν οι εταιρείες και τι η εθνική οικονομία. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας
στα διόδια, αλλά επιβαρύνθηκαν πολλοί περισσότεροι πολίτες το κόστος διοδίων.
Οι εταιρείες ανέλαβαν το κόστος συντήρησης και κατασκευής παρακαμπτηρίων οδών (το
οποίο και δεν κατέβαλλαν), αλλά ματαιώθηκαν έτσι τα σχετικά έργα στερώντας
θέσεις εργασίας από άλλες εταιρείες και εργαζόμενους. Σε ότι αφορά τον
ανταγωνισμό επίσης πρέπει να μας εξηγήσουν ποιές διαφορές διακρίνουν στις τιμές
των υπηρεσιών που παρέχουν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται
στην ελληνική αγορά.
Σε καμιά περίπτωση επαναλαμβάνω δεν πρέπει να αποκλειστούν
ιδιωτικοποιήσεις όταν δεν έχουν να κάνουν μάλιστα με δημόσια αγαθά που
εξασφαλίζουν την συνταγματική αξιοπρέπεια του έλληνα πολίτη, αλλά αυτές δεν
μπορούν ποτέ να εκτελούνται στα πλαίσια μιας ασύδοτης αγοράς που υπάρχει για να
εξυπηρετεί κερδοσκοπικά συμφέροντα παραβιάζοντας ευθέως τις αρχές της καλής
πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Οι επικρατούσες οικονομικές συνθήκες για την εξασφάλιση
του δημοσίου συμφέροντος
Όπως ανέφερα οι ιδιωτικοποιήσεις στη χώρα μας έγιναν πάντοτε υπό πίεση. Ειδικότερα
η πίεση αυτή ήταν αποτέλεσμα εξωγενών παραγόντων και έρχονταν κατόπιν απαξίωσης
των δημοσίων οργανισμών λόγω κακοδιαχείρισης. Σήμερα έρχονται και επιτάσσονται μάλιστα προκλητικά λόγω της δυσμενούς
οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η χώρα και κατόπιν φανερών πλέον εντολών
από τις μνημονιακές επιταγές που επιβάλλουν οι δανειστές.
Η Ελλάδα καλείται σήμερα να προχωρήσει ταχύτατα και υπό
πίεση σε ένα μεγάλο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της Δημόσιας
Περιουσίας. Ενώ είχε αρχικά εκτιμηθεί ότι ένα πρόγραμμα 50 δις ευρώ των εσόδων
από ιδιωτικοποιήσεις και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας είναι εφικτό, τώρα
το ποσό έχει μειωθεί στα 19 δις ευρώ. Και ο παραπάνω στόχος εξακολουθεί κατά τη
γνώμη μου να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα εκποιήσει
σημαντικό μέρος της κοινωνικής – δημόσιας περιουσίας της, σε πολύ δύσκολες
οικονομικές συνθήκες και μάλιστα εκβιαζόμενη να το πραγματώσει αυτό άμεσα, κάτι
που κατεβάζει ακόμα περισσότερο τα χρηματικά οφέλη από αυτό το εγχείρημα.
Συνεπώς οι υπέρμαχοι των ιδιωτικοποιήσεων, ακόμα και για τις περιπτώσεις που
αυτές είναι επιτρεπτές, βάλλουν κατά του εθνικού συμφέροντος, καθώς γνωρίζουν
πολύ καλά ότι η χώρα θα υποχρεωθεί να ενεργήσει τα συμφωνηθέντα υπό τις
σημερινές απαξιωτικές συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση ο «πωλητής» οφείλει αν αυτό το
επιβάλλει η προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης της χώρας να διαμορφώσει το
συμβατικό πλαίσιο έστω και σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, τηρώντας όμως τα
αυτονόητα στην επιλογή των ενδιαφερομένων, χωρίς δηλαδή αποκλεισμούς από τη μια
και προκλητικές προτιμήσεις από την άλλη.
Εθνική ασφάλεια της χώρας
Η τελευταία και πιο σημαντική κατά τη γνώμη μου παράμετρος που πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη για το επιτρεπτό ή όχι μιας ιδιωτικοποίησης, είναι κατά πόσο
μπορεί να καταστεί επικίνδυνη για την εθνική ασφάλεια της χώρας. Σήμερα ζούμε
μια γενικότερη γεωπολιτική αναταραχή που συμβαίνει στην ευρύτερη περιοχή. Ουδείς
μπορεί να προβλέψει και καμιά συμμαχία δεν μπορεί να σου εγγυηθεί, τι μέλλει
γενέσθαι σε ότι αφορά την ασφάλεια της πατρίδας μας. Οι ασχολούμενοι με θέματα
στρατηγικής και πολέμου γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κανένας πόλεμος δεν έρχεται
αιφνιδίως και κατόπιν θυμικής οργής. Ο πόλεμος, έλεγε ο Κλαούσεβιτς, είναι η συνέχεια της διπλωματίας με άλλα
μέσα. Ο πόλεμος προετοιμάζεται αρκετό καιρό πριν συντελεστεί το σχετικό
ανακοινωθέν. Μάλιστα για να κερδηθεί δεν απαιτείται μόνο η υπεροχή στη μάχη,
αλλά η σωστή προετοιμασία του. Αυτή η προετοιμασία είναι συνδυασμός πληροφοριών
και ελέγχου εκ των προτέρων των υποδομών του αντιπάλου. Υποδομές που μπορεί να
τεθούν εκτός λειτουργίας, εάν κάποιες συνθήκες το απαιτήσουν. Συνεπώς σε καμιά
περίπτωση δεν μπορούν να τεθούν σε καθεστώς ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεις που
παράγουν αγαθά τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Αυτό δε μπορεί να γίνει και γιατί αφενός το ελληνικό κράτος απεκδύει τον έλεγχο
του σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, αλλά και αφετέρου γιατί ο οικονομικός
έλεγχος μέσω της μετοχικής σύνθεσης δεν είναι ελέγξιμος και πάνω από όλα
κατοχυρωμένος.
Μην αναφερθώ σε παραδείγματα, αλλά πιστεύω ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε τι
μπορεί να συμβεί κατά τα προκαταρκτικά στάδια ενός πολέμου εάν δεν ελέγχεις τις
αναγκαίες υποδομές σου. Πόσο μάλιστα αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο «ιδιοκτήτης»
που υποκρύπτεται πίσω από την αγορά ενός πλειοψηφικού πακέτου μετοχών που έγινε
σε ένα δικηγορικό γραφείο. Συνεπώς κάθε συζήτηση περί εκποίησης τέτοιων
επιχειρήσεων στρατηγικού χαρακτήρα ή εθνικών υποδομών που έχουν να κάνουν με
την ασφάλεια της χώρας, εκτός από επικίνδυνη είναι και ποινικά κολάσιμη αφού
θέτει σε διακινδύνευση την ασφάλεια της χώρας.
Δεν υπερασπίζομαι ένα κράτος που εκμεταλλευόμενο τη μονοπωλιακή του
υπεροχή, διαπλέκεται με το πολιτικό σύστημα και ευνοεί συνδικαλιστικές
συντεχνίες σε βάρος των συμφερόντων του λαού. Δεν υπερασπίζομαι όμως και ένα
κράτος που ξεπουλά «πίτ παρά» τη δημόσια περιουσία, καθιστώντας κερδοσκοπικά
κεφάλαια θεσμικά αρπαχτικά και στα πλαίσια ψευδεπίγραφων συνθημάτων περί δήθεν
ανάπτυξης και υγιούς ανταγωνισμού ναρκοθετεί την εθνική ασφάλεια της πατρίδας
μας.
ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου