ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ
ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΥΡΕΜΑ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΑΦΘΕΙ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014 - ΥΠΟΘΕΣΗ C-26/13
«Οδηγία
93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστική ρήτρα σε συμβάσεις συναφθείσες μεταξύ επαγγελματία και
καταναλωτή»
Η
ΥΠΟΘΕΣΗ C-26/13 που εξεδόθη από το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ στις 30/04/2014
αφορούσε ένα ζευγάρι Ούγγρων δανειοληπτών (Árpád Kásler - Hajnalka Káslerné Rábai) που
προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ζήτησε η αποπληρωμή του στεγαστικού του
δανείου σε ελβετικό φράγκο, να γίνεται με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης και όχι
την τρέχουσα. Δεν είναι λίγοι οι Έλληνες δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν
ακριβώς το ίδιο πρόβλημα όπως οι παραπάνω Ούγγροι πολίτες. Δηλαδή που πήραν ένα
στεγαστικό δάνειο, αλλά εξαιτίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού
φράγκου και ευρώ, είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν πολύ μεγαλύτερο ποσό από
αυτό που τελικά τους χορηγήθηκε. Οι παραπάνω Ούγγροι πολίτες δικαιώθηκαν από το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Για το λόγο αυτό ανοίγει ο δρόμος και για τους Έλληνες
δανειολήπτες που έχουν πάρει στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, να
προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να αιτηθούν να καταβάλλουν το ποσό του δανείου
που τους χορηγήθηκε με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης και όχι την τρέχουσα. Αυτό
σημαίνει ότι το ποσό οφειλής που τους εμφανίζουν σήμερα οι τράπεζες θα μειωθεί
σημαντικά.
ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, αποφάνθηκε:
1.
Οι καταναλωτές που συνάπτουν σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα πρέπει να μπορούν
να αξιολογούν τις οικονομικές συνέπειες της διαφοράς της συναλλαγματικής
ισοτιμίας. Ότι δηλαδή η αποπληρωμή του δανείου θα γίνει με διαφορετική
ισοτιμία, από αυτή που ίσχυε όταν εκταμιεύθηκε το δάνειο. Για το λόγο αυτό η
σύμβαση δανείου πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τις
ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος και τούτο διότι
βάσει του άρθρου 3 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ «Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε
αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την
απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική
ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα
από τη σύμβαση».
2.
Κατά πάγια νομολογία του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας που
θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε
υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία (ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ) όσον αφορά
τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η
οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των
προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το
περιεχόμενό τους (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Caja de Ahorros και Monte de
Piedad de Madrid, C‑484/08, EU:C:2010:309, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη
νομολογία). Λαμβάνοντας υπόψη την υποδεέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13
υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες
συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως
μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους
χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν λαμβανομένων
υπόψη των κριτηρίων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13 και
βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί
τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και της διαφάνειας που επιβάλλει
η εν λόγω οδηγία (βλ. επ’ αυτού, αποφάσεις Invitel, C ‑ 472/10).
Στάθης
Πανταζής / ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ / ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ
ΤΗΛ. 210 3389739 & 6977 451429 / EMAIL: pantasgr@gmail.
com / BLOG: pantasgr
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου