
VIVA ARGENTINA
Το μουντιάλ ξεκίνησε. Για άλλη μια φορά οι φτωχοί του κόσμου θα είναι και πάλι οι πρωταγωνιστές. Θα μου πείτε φτωχοί. Ποιοι είναι οι φτωχοί; Ο Μέσι, ο Τόρες, ο Ρονάλντο, ο Ετό. Ναι αυτοί είναι και μη σας φαίνεται παράξενο. Αν έχεις θητεύσει στη φτώχεια στη παιδική σου ηλικία, συνεχίζεις να τη κουβαλάς ακόμα και αν κάποια στιγμή απέκτησες δισεκατομμύρια. Το μεγάλο παιδί της φτώχειας, με όλες φυσικά τις αναφερόμενες προδιαγραφές, είναι ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Η μεγάλη χώρα της φτώχειας, της χρεοκοπίας, της γέννησης των ινδαλμάτων, που μισεί και ζηλεύει ο αγγλοσαξονικός κόσμος, είναι η Αργεντινή. Γέννησε δυο αστέρια τελείως διαφορετικά, μη συγκρίσιμα, αλλά απόλυτα όμοια στο φθόνο που προκαλούν με την ιστορία τους, στον πολιτισμένο δυτικό κόσμο. Τον Τσέ Γκεβάρα και το Ντιέγκο Μαραντόνα. Ο Τσέ «πλήγωσε» το δυτικό κόσμο με τις επαναστάσεις του και ο Ντιέγκο τις αυτοκρατορικές αυλές της Μ. Βρεττανίας που θέλησαν να προστατέψουν το οικόπεδο με το όνομα νήσοι Φόκλαντ, με τις τρίπλες του και το χέρι του θεού. Οι αυτοκρατορικές αυλές δεν του το συγχώρησαν ποτέ. Όπως δε θα συγχωρήσουν ποτέ και τη περήφανη χώρα που λέγεται Αρζεντίνα. Το ίδιο συμβαίνει και με εμάς. Δε μας συγχωρούν, επειδή υπήρξαμε, υπάρχουμε και θα υπάρχουμε πριν από αυτούς. Επειδή ανακαλύψαμε τα πάντα. Οι χώρες που χτυπήθηκαν περισσότερο από το παγκόσμιο κεφάλαιο, δύο είναι. Η Ελλάδα και η Αργεντινή. Τέτοιο επικοινωνιακό μένος, δεν έχει διαπιστωθεί για καμία άλλη χώρα, σε καμία άλλη ιστορική στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας. Η Αργεντινή και η Ελλάδα, θα χτυπιούνται πάντα, γιατί προκαλούν. Με τρίπλες και ιδέες. Με γκόλ και θαύματα. Με πάσες και θεωρήματα.
Οι παγκόσμιοι δημοσιογραφίσκοι και κάτι παιδάκια της ΝΕΤ, θα συνεχίζουν να χτυπούν το Ντιέγκο, την Αργεντίνα, το ποδόσφαιρο που δε μπορούν καταλάβουν, γιατί δεν έχουν παίξει ποτέ τη μπάλα της αλάνας, της γειτονιάς, της φτώχειας. Θα είναι δεμένοι στο άρμα της υπεροχής, της επιτυχίας, των συστημάτων, της επικράτησης, που διδάχθηκαν στα κολλέγια που τους έστειλαν οι μπαμπάδες τους. Θα χλευάζουν τον Ντιέγκο, θα ειρωνεύονται, θα προσπαθούν να υποδαυλίσουν ότι είναι αδιανόητο, αυθόρμητο, παρορμητικό. Θα προσπαθούν να καταλάβουν το ποδόσφαιρο, αλλά δε θα μπορούν να το καταλάβουν. Θα θέλουν να κερδίζουν και θα κερδίζουν, όπως οι Γερμανοί, οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί, αλλά θα είναι πάντα μόνοι, γιατί προσπαθούν να έχουν λόγο σε ένα κόσμο που δεν τους ανήκει. Στο ποδόσφαιρο των φτωχών. Θα τους φαίνονται αδιανόητα και αφελή τα λόγια του Ηλία Μπαζίνα, που διδάσκουν τη μαγεία των πολιτισμών, που εξωτερικεύει το ποδόσφαιρο. Δε μπορούν να καταλάβουν γιατί το σύστημα δεν έχει φαντασία, η νίκη δε μετράει χωρίς μνήμη, γιατί οι φτωχοί ακόμα και αν χάνουν από το ποδοσφαιρικά συστήματα της δύσης, είναι οι νικητές της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Γιατί μετά από 100 χρόνια ο Ντιέγκο θα συνεχίζει να υπάρχει στη συλλογική μνήμη, ενώ τα πλάνα, τα συστήματα, οι κολεγιακές αναλύσεις, θα έχουν χαθεί, θα έχουν σβηστεί από παντού, θα έχουν καταδικαστεί στην αιώνια ανυπαρξία. Θα προσπαθούν να φέρουν το ποδόσφαιρο στα μέτρα τους, αλλά οι φτωχογειτονιές της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Πορτογαλίας, θα τους χαλάνε τα σχέδια. Οι φτωχογειτονιές θα διαλύουν τα συστήματα, τη πειθαρχία, τις αγγλοσαξονικές επαναλήψεις του μονότονου. Θα τρελαίνονται από ζήλια, θα συνεχίζουν να χτυπούν τα παιδιά του ποδοσφαίρου, του στίβου, του αθλητισμού, για να προάγουν τους αθλητές των πολυεθνικών. Αλλά πάντα η συλλογική μνήμη, όπως γνωρίζει πολύ καλά αιώνες τώρα, θα σβήνει και θα γράφει αυτό που εκείνη ξέρει να ξεχωρίζει. Η επικοινωνιακή κηδεμονία των διεθνών μέσων, θα παλεύει μάταια, να επέμβει στη "μαγεία" του ποδοσφαίρου, να καταργήσει τη φαντασία, τη διαφορετικότητα που ανατρέπει τα σχέδια, τις γεύσεις των λαών. Θα αποτυγχάνει πάντα να δει το χέρι του θεού που θα ξεπηδά πάνω από τα αγγλικά βομβαρδιστικά και να τα νικά στον αέρα, θυμίζοντας πάντα ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή δεν είναι να νικάς, αλλά να ζεις παίζοντας. Σαν τα μικρά παιδιά που σε λίγα λεπτά ξεχνούν την ήττα ή τη νίκη. Το μόνο που θυμούνται είναι το παιχνίδι. Αυτό θυμούνται πάντα. Από αυτό τρέφονται. Για αυτό είναι πάντα νικητές.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου