Το Κοινωνικό Συμβόλαιο
Γιατί η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι παράνομη, σύμφωνα με το θεωρητικό εποικοδόμημα της αστικής πολιτειακής λειτουργίας;
Ποιες αστικές αξιώσεις προκύπτουν από τις ενεργούμενες πράξεις της;
«Με τούτη τη λέξη (τη δημοκρατία) δεν εννοώ μόνο την αριστοκρατία ή τη δημοκρατία. Μα γενικά κάθε κυβέρνηση που καθοδηγείται από το νόμο, δηλαδή από τη γενική θέληση». Rousseau
Η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου
Σε κάθε κοινωνία η διασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης - συνοχής αποτελεί τη βασική προϋπόθεση λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και της προστασίας των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Η ιδέα του Κοινωνικού Συμβολαίου απηχεί την αναγκαιότητα οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνιών, αλλά και της διευθέτησης των ταξικών αντιθέσεων στα πλαίσια μιας «συμφωνίας» με την οποία όλες οι κοινωνικές ομάδες αποδέχονται τους όρους για μια ειρηνική συμβίωση. Η εν λόγω ιδέα είναι συνεπώς δηλωτική της κοινωνικής βούλησης για τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και της πολιτικής νομιμότητας, που ανά πάσα στιγμή πρέπει να διαθέτουν οι ασκούντες την εξουσία. Μετουσιώνει τη λαϊκή κυριαρχία σε ύψιστο πολιτικό θεσμό και στηρίζεται σε τρείς βασικές αρχές.
Α. στην αρχή της πλειοψηφίας
Β. στην αρχή του δημοσίου συμφέροντος
Γ. στην αρχή της δεδηλωμένης που εκφράζει η Βουλή, υπηρετώντας όμως πάντοτε το λαϊκό αίσθημα.
Η σημασία των αρχών που εκφράζουν τη λαϊκή κυριαρχία
Σύμφωνα με τον Hobbes με την κατάρτιση του κοινωνικού συμβολαίου ο άνθρωπος εκχωρεί τα προσωπικά του δικαιώματα στο κράτος, ενώ κατά τον Rousseau το Κοινωνικό συμβόλαιο που συνάπτεται μεταξύ λαού και πολιτικής εξουσίας, δεν αφαιρεί και δεν υποβαθμίζει τα προσωπικά δικαιώματα, αλλά αντίθετα τα ενισχύει και τους προσφέρει τη διάσταση που πρέπει να έχουν στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας. Παρόλη την υφιστάμενη θεωρητική διαφορά μεταξύ των δύο στοχαστών, η βασική λειτουργία του κοινωνικού συμβολαίου, είτε δια της εκχώρησης κατά τον Hobbes, είτε δια της σύναψης κατά τον Rousseau, περιλαμβάνει μια βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της. Την αποδοχή από την κοινωνική πλειοψηφία ανά πάσα χρονική στιγμή, είτε της εκχώρησης, είτε της σύναψης των ατομικών εξουσιών σε μια συλλογική οργανωμένη εξουσία. Η αποδοχή αυτή δεν απαιτεί μόνο την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση των βουλευτών που εκπροσωπούν και εκφράζουν το λαό, αλλά και την αποδοχή της κοινωνίας. Για αυτό ο Βουλευτής έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να λειτουργεί με βάση τα όσα του επιτάσσει η συνείδηση του, διότι μεταξύ αυτού και του λαού που εκπροσωπεί δεν μπορεί να παρεμβληθεί κανένα άλλο όργανο. Ο Βουλευτής δεν μπορεί να υποχρεωθεί σε καμία περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να πράξει οτιδήποτε ακόμα και στις περιπτώσεις που η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο ή σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης. Η εν λόγω αποδοχή γίνεται μάλιστα ιδιαίτερα επιβεβλημένη, ιδίως όταν παραβιάζονται οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, δεδομένου ότι η κάθε πολιτική εξουσία για να εκλεγεί δεν στηρίζεται σε ένα προεκλογικό λόγο κατάργησης, αλλά αντίθετα διεύρυνσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η ανανέωση του κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή η συνέχιση της εκχώρησης ή η εκ νέου ανανέωση της συμβατικής σχέσης μεταξύ λαού και εξουσίας, βασίζεται στο γεγονός στο κατά πόσο έχουν εκπληρωθεί οι προεκλογικές εξαγγελίες και έχει πετύχει το κυβερνητικό έργο. Για το λόγο αυτό ο χρόνος εκπλήρωσης των προεκλογικών εξαγγελιών εξαντλείται σε διάστημα τεσσάρων χρόνων, καθώς ο παραπάνω χρόνος θεωρείται αναγκαίος για την ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση διατηρεί το δικαίωμα να εξαγγείλει όποτε θέλει εκλογές για ανανέωση της λαϊκής εντολής, εάν η ίδια κρίνει ότι πρέπει να το πράξει, αλλά και αν απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες το επιβάλλουν. Μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση υποχρεούται να το πράξει, δεδομένου ότι είναι και θεματοφύλακας της λαϊκής κυριαρχίας. Μιας λαϊκής κυριαρχίας που σε περίπτωση εκδήλωσης απρόσμενων καταστάσεων επιβάλλεται εκ νέου να εκφραστεί, παρέχοντας στο λαό πλήρη γνώση των νέων κοινωνικών δεδομένων. Η συμβατική αυτή σχέση για να είναι νόμιμη, επιβάλλεται να ανανεωθεί ιδίως όταν μια κυβέρνηση παραβιάζει τον προεκλογικό της λόγο, καταστρατηγεί τα κοινωνικά δικαιώματα, δεσμεύει τη κοινωνία με υποχρεώσεις τις οποίες μάλιστα δεν είχε προαναγγείλει. Μια κυβέρνηση δικαιούται να εξαντλήσει τη τετραετία μόνο όταν δεν παραβιάζει κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά απλώς εφαρμόζει με επιτυχία ή μη το προεκλογικό της πρόγραμμα, εκπληρώνοντας ή μη τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να επιχειρεί κοινωνικές ανατροπές και λαϊκούς αιφνιδιασμούς. Εάν θίγει δικαιώματα που έχουν να κάνουν με την επιβίωση των ασθενέστερων οικονομικών τάξεων, χωρίς να έχει εξαγγείλει προεκλογικά κάτι τέτοιο, εκτός από το ότι καθίσταται σφετεριστική, καθίσταται και αυτοδικαίως παράνομη, διότι παραβιάζει τη βασική συνταγματική αρχή που θέτει ως θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας την προάσπιση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ προεκλογικού λόγου και κυβερνητικού έργου που συνιστά νόθευση της λαϊκής εντολής, άρα και ωμή παραβίαση της λαϊκής κυριαρχίας. Όταν επιχειρούνται κοινωνικές ανατροπές και μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας για οποιαδήποτε λόγο, χωρίς να δίνεται εκ νέου η δυνατότητα λαϊκής εντολής που να στηρίζεται σε γνώση της κατάστασης, η κυβέρνηση που συνεχίζει να ασκεί κυβερνητικό έργο και δεν προκηρύσσει εκλογές, είναι παράνομη. Οι λαοί δικαιούνται να επιλέξουν όταν μεταβάλλεται το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς, ακόμα και το λάθος. Όχι όμως οι κυβερνήσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση οφείλουν να ανατρέξουν στη λαϊκή ετυμηγορία, όταν πρόκειται ιδίως να μεταβάλλουν κοινωνικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με το βιοτικό επίπεδο του λαού, τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και τα ατομικά δικαιώματα.
Όσοι μάλιστα στηρίζουν τέτοιου είδους κυβερνήσεις με οποιοδήποτε τρόπο παρανομούν και οι ίδιοι, διότι «νομιμοποιούν» ένα κυβερνητικό έργο που παραβιάζει τη συμβατική σχέση που εκφράζεται μέσω του κοινωνικού συμβολαίου και στηρίζεται στη συνταγματική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Το σύνταγμα παρατείνει την θητεία της Βουλής και κατά επέκταση της κυβέρνησης, μόνο σε περίπτωση πολέμου (άρθ.53Σ), θεωρώντας ως κύριο λόγο για αυτή τη παράταση ότι υπό συνθήκες πολέμου δεν μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και καθολικά η λαϊκή εντολή. Ο συντακτικός νομοθέτης επιτρέπει αυτή την εξαίρεση στη κοινοβουλευτική λειτουργία γιατί θεωρεί δικαίως ότι η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας είναι αδύναμη να εκφραστεί υπό συνθήκες πολέμου και όχι γιατί ο πόλεμος ως κοινωνικό γεγονός επιβάλλει κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό αναστέλλει τις εκλογές μέχρι τη λήξη του πολέμου και επαναφέρει τη Βουλή που υφίστατο κατά την έναρξη του για να οδηγήσει τη χώρα άμεσα σε εκλογές, έτσι ώστε να εκφραστεί καθολικά και υπό συνθήκες φυσιολογικές πλέον η λαϊκή βούληση. (αρθ.53 παρ.3 του Συντάγματος: Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Αν η Βουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται εωσότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Βουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του).
Η Κυβέρνηση λοιπόν που έρχεται σε πλήρη διάσταση με τον προεκλογικό της λόγο και συνεχίζει να κυβερνά, παρανομεί, δεδομένου ότι εκτός από την πλήρη παραβίαση της λαϊκής εντολής την οποία δεν εκφράζει πλέον, προσβάλει και το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον δε μπορεί πλέον να το εκφράσει η συγκεκριμένη κυβέρνηση, δεδομένου ότι αδυνατεί να τηρήσει τις «συμβατικές» της υποχρεώσεις προς το λαό και που χάρις σε αυτές έλαβε την λαϊκή εντολή για να ασκήσει εξουσία. Για αυτό το λόγο και το Σύνταγμα της παρέχει το αναφαίρετο δικαίωμα να προκηρύξει εκλογές σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της θητείας της και να μην κινδυνεύει να εμφανιστεί ανειλικρινής προς το λαό, σε περίπτωση που απρόσμενες συνθήκες την οδηγούσαν σε απόκλιση ή ματαίωση των προεκλογικών της εξαγγελιών. Με τον τρόπο αυτό δίνει τη δυνατότητα της πλήρους γνώσης των νέων συνθηκών και προς το λαό, έτσι ώστε αυτός να είναι ο τελικός κριτής που θα αποφασίσει εάν θα την προκρίνει για μια εκ νέου θητεία ή όχι. Για αυτό και η πραγματική κοινωνική Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. Γιατί εναποθέτει τις δύσκολες επιλογές μόνο στο λαό και σε κανένα άλλο πολιτειακό όργανο. Ο λαός δεν καλείται μόνο για να αξιολογήσει το έργο μιας κυβέρνησης, αλλά και για να κάνει τις οποιεσδήποτε δύσκολες επιλογές όταν αυτό χρειαστεί. Αυτό το πράττει όχι όταν του ζητηθεί από κάποια όργανα που θα αποφασίσουν για αυτό, αλλά αυτοδικαίως, διότι αυτό επιβάλλει η εξουσία του την οποία μόνο εκχωρεί και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν απολύει. Μόνο με τον τρόπο αυτό μετουσιώνεται σε πράξη η έννοια της Δημοκρατίας. Σε διαφορετική περίπτωση δεν μιλάμε για πραγματική κοινωνική Δημοκρατία, αλλά για εικονική δημοκρατία των συσχετισμών που υπηρετεί τα συμφέροντα της μειοψηφίας παραβιάζοντας ευθέως το Σύνταγμα και τους νόμους.
Η παρούσα κυβέρνηση παρανομεί, δεδομένου ότι αν και παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σχετικά με τις προεκλογικές της εξαγγελίες, συνεχίζει να εκτελεί μια συμβατική σχέση την οποία ο λαός καταγγέλλει διαρκώς. Όπως έχει καταστεί πασίδηλα γνωστό τα κόμματα που την απαρτίζουν δεν έχουν την κοινωνική επιδοκιμασία για την άσκηση της εξουσίας στη χώρα. Η εν λόγω συμπεριφορά εκτός από πολιτικά απαράδεκτη γεννά και αστικές πλέον αξιώσεις σε βάρος των εμπλεκομένων στην παρούσα κυβέρνηση, καθώς αγνοεί καταχρηστικά την λαϊκή καταγγελία του κοινωνικού συμβολαίου και έρχεται σε πλήρη διάσταση με την αρχή της δεδηλωμένης. Η αρχή της δεδηλωμένης σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με βάση τη δεδηλωμένη που της δίνει η παρούσα Βουλή. Και αυτό διότι ενδέχεται πολλοί από τους ήδη Βουλευτές να μην εκλεγούν στη νέα Βουλή, αλλά και γιατί οι εν ενεργεία βουλευτές εκλέχτηκαν υπό κοινωνικές συνθήκες τελείως διαφορετικές από τις σημερινές. Συνθήκες για τις οποίες δεν εξέφρασαν ούτε την προσωπική τους άποψη, ούτε επικαλέστηκαν την κομματική τους θέση απέναντι στο εκλογικό σώμα το οποίο και τελικά τους εξέλεξε.
Από αυτό και μόνο το γεγονός συγκροτείται και η νομική βάση για να ασκηθούν αστικές αξιώσεις σε βάρος τους, καθώς νομιμοποιούν τη συνέχεια μιας κυβέρνησης χωρίς να έχουν τη λαϊκή εντολή για αυτό. Η παρούσα κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να στηρίζει τη νομιμοποίηση της στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθώς καλείται να εφαρμόσει πολιτικές που δεν έχουν την έγκριση του εκλογικού σώματος, δεδομένου ότι όταν εκλέχθηκε η παρούσα Βουλή η υπαγωγή της χώρας σε μνημονιακές δεσμεύσεις ήταν άγνωστες στον Ελληνικό λαό. Η οποιαδήποτε δέσμευση του ελληνικού λαού, αλλά και του ελληνικού κράτους, υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να έχει καμία νομική συνέχεια, δεδομένου ότι οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί από τη λαϊκή βούληση να υπογράψουν οποιαδήποτε μνημονιακή σύμβαση. Σε περιπτώσεις που μια χώρα υπάγεται σε μελλοντικές δεσμεύσεις η Βουλή δεν νομιμοποιείται να τις εγκρίνει, εάν δεν έχει προκύψει κατόπιν γνώσεως των κοινωνικών παραμέτρων που τις επιβάλλουν.
Ειδικότερα η έκνομη κυβερνητική λειτουργία της σημερινής κυβέρνησης καταδεικνύεται και από τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
1ον : το ΠΑΣΟΚ δεν εκφράζει πλέον την κοινοβουλευτική αρχή της πλειοψηφίας, δεδομένου ότι ξεκίνησε πριν τρία χρόνια με 163 Βουλευτές και σήμερα δεν συμπεριλαμβάνει στην κοινοβουλευτική του ομάδα ούτε 120. Βασική αρχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι αρχή της πλειοψηφίας που δεν υπαγορεύεται με βάση την πλειοψηφία της Βουλής, αλλά την πλειοψηφία που υποδεικνύει το εκλογικό σώμα. Οι διερευνητικές εντολές που δίνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνονται αρχικά στο κόμμα που έχει την πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα και όχι σε κάποια τυχόν κοινοβουλευτική ομάδα που μπορεί να συσταθεί μετά το τέλος των εκλογών. Φυσικά βέβαια όποιο κόμμα λάβει διερευνητική εντολή πρέπει να συγκεντρώσει την εμπιστοσύνη της Βουλής για να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο συντακτικός νομοθέτης δίνοντας την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο κόμμα που έλαβε εκλογική πλειοψηφία, θέλει να τονίσει, έστω και συμβολικά, την αρχή της πλειοψηφίας ως θεμέλιο λίθο άσκησης της εξουσίας που υπαγορεύεται σύμφωνα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν παραβιάζεται άραγε η λαϊκή βούληση και δεν καταλύεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που πριν τρία χρόνια εκφράστηκε δίνοντας ρητή εντολή στο ΠΑΣΟΚ να κυβερνήσει με 163 βουλευτές, όταν σήμερα το παραπάνω κόμμα δεν διαθέτει στην κοινοβουλευτική ομάδα ούτε 120 βουλευτές;
2ον : Η συμμετοχή της ΝΔ στην παρούσα κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δεν την καθιστά νόμιμη, γιατί τόσο οι Βουλευτές της ΝΔ όσο και το κόμμα της ΝΔ δεν είχαν λάβει σε καμιά περίπτωση τέτοια εντολή από τους ψηφοφόρους τους. Σε καμία περίπτωση οι ψηφοφόροι της ΝΔ όταν ψήφιζαν το κόμμα τους πριν τρία χρόνια δεν έδιναν ταυτόχρονα και εντολή συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ. Πώς νομιμοποιούνται λοιπόν σήμερα οι Βουλευτές της ΝΔ να στηρίζουν μια κυβέρνηση την οποία πριν τρία χρόνια κατήγγειλαν στον ελληνικό λαό και με τον τρόπο αυτό επιζητούσαν να πάρουν την ψήφο του, την οποία και τελικά πήραν. Η εντολή που έχουν λάβει στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε αυτή την πολιτική αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ την οποία και πρόβαλλαν προς τους ψηφοφόρους τους. Πώς καθίσταται η εν λόγω εντολή συνεπώς νόμιμη και στηρίζει τη σημερινή κυβέρνηση, όταν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βούληση των όσων άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα δίνοντας τη δυνατότητα να τους εκπροσωπήσουν στην παρούσα Βουλή; Εάν τότε που ήταν υποψήφιοι είχαν υποστηρίξει ότι θα συνεργαστούν με το ΠΑΣΟΚ, θα ήταν άραγε σήμερα σε θέση να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ; Πως νομιμοποιείται λοιπόν μια κυβέρνηση όταν αυτοί που την νομιμοποιούν δεν έχουν καμία λαϊκή εντολή για μια τέτοια νομιμοποίηση;
3ον: Τα κόμματα ως πολιτικοί θεσμοί υπάγονται στην αρχή της νομιμότητας που εκφράζεται μέσα από τις καταστατικές τους πράξεις και τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δε νομιμοποιούνται να ενεργούν πράξεις όταν αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές που διέπουν τη λειτουργία τους και τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό. Εάν πχ ένα κόμμα διακηρύττει στον ιδεολογικό του προσανατολισμό ότι είναι υπέρ της Ε.Ε. και όταν έλθει στην εξουσία θέσει τη χώρα εκτός Ε.Ε. παρανομεί, αφού ξεγελά το εκλογικό σώμα πράττοντας τελείως διαφορετικά πράγματα από αυτά που αφορούν τις βασικές θέσεις του. Τα κόμματα είναι «πολιτικά προϊόντα» και πρέπει να τηρούν «συγκεκριμένες προδιαγραφές» γιατί απευθύνονται σε ένα πολιτικό κοινό που τα επιλέγει με βάση τα όσα εξαγγέλλουν και όχι τα όσα αποκρύπτουν. Διαφορετικά παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχία αφού το εκλογικό σώμα παραπλανάται και επιλέγει λάθος, καθώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις τυχόν υστερόβουλες πολιτικές τους επιλογές. Πως νομιμοποιούνται λοιπόν οι σημερινοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να στηρίζουν μια κυβέρνηση που βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τις προεκλογικές εξαγγελίες του εν λόγω κόμματος; Πως νομιμοποιούνται οι Βουλευτές της ΝΔ να στηρίζουν μια κυβέρνηση που αποτελείται κατά κύριο λόγο από τους ιδεολογικούς τους αντίπαλους τους οποίους και καταδίκαζαν προς τους ψηφοφόρους της ΝΔ, όταν ζητούσαν και όταν έπαιρναν τη ψήφο τους;
Κατά πόσο είναι σε θέση τόσο οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ, που στηρίζουν τη κυβέρνηση ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ να επικαλεστούν πολιτική νομιμοποίηση των πράξεων τους, δεδομένου ότι βρίσκονται σε πλήρη διάσταση με το εκλογικό σώμα που τους εξέλεξε; Η στήριξη που παρέχουν στη σημερινή κυβέρνηση εκτός από παραβίαση της λαϊκής εντολής που έλαβαν, συνιστά στον τότε, αλλά και στον παρόντα χρόνο, βλάβη της περιουσίας των πολιτών που επιτυγχάνεται εξαιτίας της εμφάνισης ψευδών γεγονότων ως αληθινών; Συνιστά επίσης παραβίαση του δικαιώματος του λαού να εκλέγει έχοντας πλήρη γνώση των θέσεων που εκφράζουν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποί του. Συνιστά ακόμη παρότρυνση για παραβίαση της αρχής της δέσμευσης της εκτελεστικής εξουσίας από το Σύνταγμα και τους νόμους, καθώς δεν διαπιστώνεται λόγω μη διενέργειας εκλογών κατά πόσο συνάδουν οι εν λόγω κοινοβουλευτικές πράξεις με την έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος.
Η επιστροφή της εξουσίας στο λαό και οι γεννώμενες αξιώσεις
Όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι στοχαστές του διαφωτισμού, η προστασία της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας, της ισότητας, της ασφάλειας και της ειρήνης, αποτελούν τις βασικότερες ανάγκες χάρις στις οποίες οι άνθρωποι συνάπτουν θεμελιώδεις συμφωνίες και ιδρύουν κοινωνίες. Η ανατέλλουσα τότε αστική κοινωνία καταργώντας κάθε μορφή κοινοτικής ή συντεχνιακής κοινοκτημοσύνης των προηγούμενων κοινωνικών σχηματισμών, καθιστούσε τις σχέσεις ιδιοκτησίας κυρίαρχο και καθολικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό και τα υπόλοιπα δικαιώματα που επαγγελλόταν η θεμελιώδης κοινωνική σύμβαση, δηλαδή η ελευθερία, η ισότητα, η ασφάλεια κ.λ.π., υπονοούσαν την ελεύθερη ανάπτυξη των σχέσεων ιδιοκτησίας και την εναρμόνιση των ανταγωνιστικών ιδιωτικών συμφερόντων σε ένα θεσμικό καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας. Με τον τρόπο αυτό γινόταν αποδεκτή η διαφορετική οικονομική δύναμη των πολιτών, η οποία όμως υπαγόταν σε κανόνες, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να υπάρξει διάκριση σε ότι αφορά τυχόν διαφορετική ποσότητα εξουσίας η οποία και αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Η ιδιοκτησία, η ελευθερία, η ασφάλεια του καθενός είναι σεβαστή και προστατεύεται, όχι γιατί αυτό το επιβάλλει μια ηθική αρχή ή κάποιος θεϊκός νόμος, αλλά γιατί το επιβάλλει η ισότιμη και ισόποση εξουσία του κάθε κοινωνού.
Το θεωρητικό υπόβαθρο του κοινωνικού συμβολαίου στηρίζεται στο γεγονός ότι εκχωρείται εξουσία από τις ατομικές μονάδες σε συλλογικά πολιτικά όργανα, έτσι ώστε αφενός να μπορεί πρακτικά να λειτουργήσει μια κοινωνία, αλλά και αφετέρου να προάγεται το δημόσιο συμφέρον. Σε καμία περίπτωση οι ατομικές μονάδες, δηλαδή οι πολίτες, δεν απολύουν την εξουσία που τους αναλογεί, παρά μόνο τη θέτουν στην υπηρεσία της εξουσίας που εκφράζει το κράτος. Οι πολίτες υπάγονται χάρις στη λειτουργία του κοινωνικού συμβολαίου στους κανόνες που θεσπίζουν τα πολιτειακά όργανα, μόνο όταν τα τελευταία υπηρετούν τα συμφέροντα του λαού και όχι όταν υπηρετούν τυχόν συμφέροντα που στρέφονται εναντίον τους. Σε περίπτωση σφετερισμού των λαϊκών συμφερόντων, η λειτουργία του κοινωνικού συμβολαίου παύει αυτόματα και επιστρέφει στους φορείς που την εκφράζουν. Επομένως όταν συντελούνται τα όσα αναφέρθηκαν, η εξουσία επιστρέφει αυτοδικαίως στο λαό, ενώ οι πράξεις που ενεργήθηκαν είναι παράνομες και σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύσουν καμιά νέα πολιτική εξουσία. Οι ποινικές και αστικές ευθύνες που εκλύονται από την παραβίαση της σχετικής νομιμότητας, περιλαμβάνουν εκτός από τα κυβερνητικά όργανα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τους Βουλευτές που συμπορεύονται με τις κυβερνητικές επιλογές, τα διεθνή όργανα που συνάπτουν συμφωνίες ή συνθήκες με τα ως άνω πολιτικά πρόσωπα, αλλά και κάθε μη πολιτικό πρόσωπο που με οποιοδήποτε τρόπο εμπλέκεται στη εν λόγω παράνομη κυβερνητική λειτουργία.
Οι ίδιες ευθύνες αναλογούν και σε δικαστικούς λειτουργούς που εξυπηρετούν με κάθε τρόπο μια έκνομη κυβέρνηση, δεδομένου ότι έχουν την υποχρέωση λόγω της κατοχυρωμένης συνταγματικής ανεξαρτησίας τους να καταγγείλουν την εν λόγω κυβέρνηση, καλώντας μάλιστα το λαό να εφαρμόσει και το άρθρο 120 του Συντάγματος. Ο κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τις ενέργειες των ως άνω προσώπων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, αλλά και από το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο και διατηρεί το δικαίωμα αναγωγής, απαιτώντας εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.
Στάθης Πανταζής
Δικηγόρος – Κοινωνιολόγος
Τηλ. 210 2280300 – 6977 451429

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου