
ΑΙΤΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Αν και τα ελλείμματα καθώς και το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, αναφέρονται συνέχεια ως τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, αυτά δε συνιστούν παρά τα συμπτώματα. Συνεπώς εάν δεν θεραπεύσεις την αιτία που τα δημιουργεί, τα συμπτώματα αυτά συν το χρόνο θα γίνονται όλο και πιο έντονα. Η αιτία του προβλήματος της ελληνικής οικονομίας είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν παράγει. Στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση και σε διάφορες μη παραγωγικές δραστηριότητες, όπως το Δημόσιο και η διαχείριση (όχι κατασκευή) ακινήτων. Οι επιδοτήσεις που δόθηκαν, δεν βοήθησαν στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας για δύο λόγους. 1ον γιατί δεν είχε χαραχθεί καμία εθνική οικονομική πολιτική, με ευθύνη αποκλειστικά των κυρίαρχων παραγωγικών τάξεων της χώρας και του πολιτικού κατεστημένου και 2ον στην υπαγόμενη καταναλωτική εξάρτηση της χώρας από τις μεγάλες δυνάμεις που απέτρεπαν κάθε οικονομική ανάπτυξη με τη συνδρομή βέβαια των εγχώριων υποστηρικτών τους.
Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση με τις εξαγγελίες της που συνιστούν ίσως την απαρχή μιας νέας οικονομικής πολιτικής, δεδομένου ότι επιθυμεί να περάσει τη χώρα από την καταναλωτική εξάρτηση στην παραγωγική ανάπτυξη, πρέπει να προσέξει, γιατί αυτή η μετάβαση δε μπορεί ποτέ να γίνει απότομα. Η απότομη μετάβαση που επιχειρείται για να εξασφαλίσουν οι πιστωτές μας τα χρήματα τους, ενδέχεται να μεγαλώσει τα οικονομικά αδιέξοδα και να επιφέρει κοινωνικές εκρήξεις, που θα αναβάλλουν επικίνδυνα οποιοδήποτε εγχείρημα. Το φάρμακο για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας πρέπει να δοθεί με μικρές δόσεις αρχικά οι οποίες συν το χρόνο να μεγαλώνουν. Δε μπορεί ξαφνικά να δώσεις όλη την απαιτούμενη ποσότητα του «φαρμάκου» και να περιμένεις αποτελέσματα, σε έναν χρόνια ασθενή. Σε μια ελληνική οικονομία που ο παραδοσιακός παραγωγικός ιστός της χώρας έχει καταρρεύσει, η ελληνική ύπαιθρος έχει πλήρως αποψιλωθεί, η ασύμμετρη ανάπτυξη έχει αποκρυσταλλωθεί εδώ και δεκαετίες, δε μπορείς να μην ακολουθήσεις μια ελεγχόμενη μεταβατική πορεία, αλλά να επιδιώκεις τη διόρθωση απότομα. Εάν η κυβέρνηση δε βοηθήσει την αύξηση της κατανάλωσης, ελέγχοντας την άνοδο των τιμών και στηρίζοντας το πραγματικό εισόδημα, η χώρα ενδέχεται να περάσει σε περιπέτειες που σίγουρα δε θα είναι μόνο οικονομικές. Στηριζόμαστε στις εισαγωγές που είναι μεγαλύτερες από τις εξαγωγές, λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας, στις επιδοτήσεις και σε έναν μη αποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο τομέα. Ετσι δημιουργούμε συνεχώς ελλείμματα και χρέη. Υποχρεωτικά όμως οι παραπάνω στρεβλώσεις έχουν δημιουργήσει και θέσεις εργασίας, που αν καταργηθούν απότομα, χωρίς προηγουμένως να έχουν διαμορφωθεί οι δομές μετάβασης, θα φέρουν αλυσιδωτές οικονομικές επιπτώσεις. Περιορίζεις το δημόσιο τομέα, αλλά πρώτα δημιουργείς προυποθέσεις απορρόφησης. Βελτιώνεις την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, επενδύοντας στη τεχνολογία και την έρευνα και όχι στην αποψίλωση των μισθών του ιδιωτικού τομέα, που στηρίζουν τη κατανάλωση και φέρνουν ζεστό και αναγκαίο χρήμα στην αγορά.
Στην κατανάλωση στηρίζεται πάνω από το 70% της ανάπτυξης. Αυτό το μοντέλο καταρρέει εύκολα σε περιόδους κρίσης, γιατί η κρίση μειώνει τη κατανάλωση, μειώνει τα έσοδα, αυξάνει την ανεργία. Εάν δεν υπάρχει ένας κεντρικός μηχανισμός να ελέγξει και να συντονίσει όλα τα παραπάνω, το σύστημα ενδέχεται να καταρρεύσει απότομα. Το μοντέλο αυτό δεν έχει δεικλίδες ασφαλείας έτσι ώστε να αυτοπροστατευθεί και να αυτορρυθμιστεί, δεδομένου ότι δε στηρίζεται σε μεγάλες επενδύσεις που να δημιουργούν θέσεις εργασίας και δεν έχει διαμορφώσει οικονομικές δομές που να αφορούν την έρευνα και την ανάπτυξη.
Ο πρωτογενής τομέας, δηλαδή η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία και η δασοκομία, φθίνει συνεχώς και κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Συνεπώς πρέπει να δείς και να διορθώσεις τις αιτίες αυτής της φθίνουσας πορείας. Οι αιτίες δεν είναι και πολλές. Η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού που αποτρέπει τις επενδύσεις και η επικράτηση ολιγοπωλίων στην αγορά που εκμεταλλεύονται την παραγωγή των παραπάνω κλάδων. Επενδύεις στην επιμόρφωση των παραγωγών και αποβάλλεις κάθε ξενόφερτο περιορισμό για να διασώσεις τη χώρα. Η συνεισφορά των κλάδων αυτών στη διαμόρφωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) είναι κοντά στο 4%, δηλαδή στο μισό από ό, τι το 2001. Διαμορφώνεις προϋποθέσεις απορρόφησης της εγχώριας παραγωγής επεμβαίνοντας με κάθε μέσο ως πολιτική εξουσία, στην εκπλήρωση του παραπάνω σκοπού. Δε μπορεί να δέχεσαι γερμανικές εξαρτήσεις, όταν σήμερα όλοι διαπιστώνουν ότι το οικονομικό ευρωπαϊκό πρόβλημα οφείλεται στην ασύμμετρη ανάπτυξη των χωρών της ευρωζώνης.
Το εμπόριο συμμετέχει με 14,86% στη διαμόρφωση του ΑΕΠ, αλλά η δραστηριότητα αυτή σχετίζεται περισσότερο με την εγχώρια ζήτηση (κατανάλωση) παρά με παραγωγή υπεραξίας. Πρόκειται για τον κλάδο με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο ΑΕΠ καθώς προσφέρει 35 δισ. ευρώ τον χρόνο. Οσο δηλαδή το ύψος της φοροδιαφυγής.Προστατεύεις συνεπώς τη κατανάλωση για να μπορείς να εισπράττεις ως κράτος.
Η διαχείριση ακινήτων (όχι οι κατασκευές) συμμετέχει με 10,41% στο ΑΕΠ. Αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο του αναπτυξιακού μοντέλου που ακολούθησε η ελληνική οικονομία εδώ και δεκαετίες. Μόλις «πάγωσε» η αγορά ακινήτων άρχισαν τα προβλήματα. Ο κατασκευαστικός κλάδος λόγω της ύφεσης και της πτώσης της οικοδομικής δραστηριότητας είχε αρνητική συμβολή στο ΑΕΠ τα τελευταία έτη. Δεν αγνοείς τη συμμετοχή του παραπάνω κλάδου στη παραγωγική δομή της χώρας. Τον βοηθάς με μείωση της φορολογίας και επιδοτήσεις. Η ανάκαμψη θα σου δώσει τα προσδοκώμενα έσοδα, όχι η ύφεση την οποία ενισχύεις με επικλήσεις φορολογικής είσπραξης, σε μια πεθαμένη αγορά. Μπορεί να σε πιέζουν οι δανειστές σου, αλλά και να σε οδηγούν σε μεγαλύτερη οικονομική – δανειακή εξάρτηση, «επενδύοντας» στη μείωση των εσόδων σου.
Ο τρίτος μεγαλύτερος κλάδος της ελληνικής οικονομίας είναι η δημόσια διοίκηση και η άμυνα. Ο κρατικός τομέας (δημόσια διοίκηση και άμυνα) αύξησε το ποσοστό του στη διαμόρφωση του ΑΕΠ από το 7,95% το 2001 σε 8,9% το 2008. Αντίθετα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες με ανταγωνιστική οικονομία, ο ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη, τα παραπάνω έτη μειωνόταν. Ο κρατικός τομέας σε όλες τις χώρες (πλην Ιαπωνίας, Λουξεμβούργου και ΗΠΑ όπου απλώς δεν «βάζει μέσα» τους φορολογουμένους) είναι μη παραγωγικός και «ροκανίζει» την ανάπτυξη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου η σπατάλη του Δημοσίου ανέρχεται σε 18 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ έχει τη μικρότερη αποτελεσματικότητα στην Ευρώπη (μόλις 65% αυτού που έπρεπε να παράγει με βάση τα χρήματα που του δίνονται). Περιορίζεις τις σπατάλες της δημόσιας διοίκησης και της άμυνας, μειώνοντας τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και το κομματικό κράτος. Οι σπατάλες της δημόσιας διοίκησης διαμορφώνουν επιπλέον ένα γραφειοκρατικό κράτος, που τις αυξάνουν υπέρογκα και αποτρέπουν επενδύσεις αφού ενισχύουν τη διαφθορά. Ο περιορισμός του κράτους δε σημαίνει ξεπούλημα υπηρεσιών εθνικής σημασίας που αυξάνουν το οικογενειακό κόστος διαβίωσης. Σημαίνει μείωση της γραφειοκρατίας και πάταξη της διαφθοράς.
Ακολουθεί η εκπαίδευση με 6,15% και ίσως αποτελεί τη μοναδική επένδυση που έχουμε συναντήσει μέχρι στιγμής - αν και μικρότερη - σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση που σηματοδοτεί τη θεμελίωση μιας υγιούς αναπτυξιακής οικονομίας. Επενδύεις στην εκπαίδευση που την προσαρμόζεις στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και όχι στις εντολές του πανεπιστημιακού κατεστημένου. Η παραγωγή κατευθύνει την εκπαίδευση και όχι η εκπαίδευση τη παραγωγή. Το επιστημονικό «προλεταριάτο» πρέπει να μεταμορφωθεί σε βόμβα ανάπτυξης και όχι σε επαγγελματικό αδιέξοδο.
Στην πέμπτη θέση βρίσκονται τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια (ποσοστό συμμετοχής 6,11% στο ΑΕΠ) που αποτελούν ένδειξη της συμβολής του τουρισμού στην ελληνική οικονομία. Με βάση όμως την οικονομική προοπτική της χώρας το παραπάνω ποσοστό είναι απογοητευτικό. Αν σκεφτεί κανείς και τις τουριστικό πλούτο της χώρας, που είναι τεράστιος, το παραπάνω ποσοστό είναι αποκαρδιωτικό. Σε αυτό συμβάλλει η πλημμελής παροχή υπηρεσιών αλλά και αντιανταγωνιστική πολιτική του κλάδου εξαιτίας της επικείμενης κερδοσκοπικής λογικής που καλλιεργήθηκε αλλά και επιδεινώθηκε τα τελευταία έτη από το ακριβό ευρώ.
Η υγεία και η κοινωνική μέριμνα συνεισφέρουν 4,83% ή 11,6 δισ. ευρώ τον χρόνο. Δηλαδή λίγο λιγότερο από την εισφοροδιαφυγή που υπολογίζεται άνω των 12 δισ. ευρώ. Ότι δηλαδή παράγουμε ως έσοδο το δίνουμε σε έξοδο μέσω των δημοσίων δαπανών για την υγεία. Αυτό οφείλεται στην ανεξέλεγκτη δράση των φαρμακοβιομηχανιών της χώρας, αλλά και στην ασυδοσία οσισμένων κυκλωμάτων στο χώρο της υγείας, που δεν έχουν παταχθεί κατόπιν κομματικών εντολών.
Η ναυτιλία συνεισφέρει πάνω από 4% (περισσότερα από 10 δισ. ευρώ) τον χρόνο φρέσκα κεφάλαια στην ελληνική οικονομία, ενώ άλλοι κλάδοι με σημαντική συμβολή, όπως βιομηχανία τροφίμων-ποτών, εμπόριο αυτοκινήτων, συνεργεία, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες, ψυχαγωγία, πολιτισμός και αθλητισμός είναι περισσότερο συνδεδεμένοι με την κατανάλωση και την υψηλή εγχώρια ζήτηση. Το ίδιο ισχύει με τους ενδιάμεσους νομισματικούς οργανισμούς. Φυσικά κλάδοι που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σημαντικά στην αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ σχεδόν είναι ανύπαρκτοι. Παραγωγή ενέργειας, εκμετάλλευση ορυκτού πλούτου, εναλλακτικές μορφές ενέργειας κλπ
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε. Πιστεύω ότι ισχύει το δεύτερο και για αυτό μπορώ να πώ ότι ευθυνόμαστε όλοι. Φυσικά τη πρώτη ευθύνη την έχει η πολιτική και οικονομική εξουσία της χώρας. Η ευθύνη όμως του ελληνικού λαού, βρίσκεται στην αποδοχή αυτής της κατάστασης. Βολευόμαστε περισσότερο με δανεικά, παρά με δικά μας λεφτά. Λέτε άραγε να συμφωνούν και τα παιδιά μας; Τι θα τους πούμε σε λίγα χρόνια; Για να μη σκύψουμε το κεφάλι τότε, καλό είναι να το σκύψουμε τώρα. Όχι όμως σε αυτούς που θέλουν να το έχουμε σκυμμένο. Στο πλούτο της χώρας πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι, να τον δούμε και να τον βγάλουμε. Οι «άλλοι» τον έχουν δεί. Δεν το έχετε καταλάβει ακόμα;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου